Η στέβια ή η ασπαρτάμη είναι τελικά η πιο ασφαλής για καθημερινή χρήση;

Ποια γλυκαντική επιλογή είναι καλύτερη για την καθημερινή χρήση;

Από Λώρα Π.

Η ανάγκη για εναλλακτικές λύσεις στη ζάχαρη έχει οδηγήσει στην αυξανόμενη χρήση γλυκαντικών ουσιών, τόσο στη βιομηχανία τροφίμων όσο και στην καθημερινή κατανάλωση. Ανάμεσα στις πιο γνωστές επιλογές είναι η στέβια και η ασπαρτάμη, δύο γλυκαντικά με διαφορετική προέλευση και χαρακτηριστικά, που συχνά προκαλούν ερωτήματα για την ασφάλεια και την αποτελεσματικότητά τους. Ποια από τις δύο είναι καταλληλότερη για καθημερινή χρήση;

Η στέβια: Φυσικότητα χωρίς θερμίδες

Η στέβια προέρχεται από το φυτό Stevia rebaudiana, που καλλιεργείται κυρίως στη Νότια Αμερική και πια και στην Ελλάδα. Χρησιμοποιείται παραδοσιακά από αυτόχθονες πληθυσμούς ως γλυκαντικό, ενώ η επιστημονική κοινότητα την έχει αγκαλιάσει για τη φυσική της προέλευση και την απουσία θερμίδων.

Η στέβια είναι έως και 300 φορές πιο γλυκιά από τη ζάχαρη όταν χρησιμοποιείται σε εκχύλισμα. Ένα ιδιαίτερο πλεονέκτημα είναι ότι δεν ανεβάζει τα επίπεδα σακχάρου στο αίμα και συνεπώς θεωρείται κατάλληλη για διαβητικούς. Επιπλέον, είναι σταθερή στη θερμότητα και μπορεί να χρησιμοποιηθεί στη μαγειρική και στη ζαχαροπλαστική.

Η Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφάλειας Τροφίμων (EFSA) και ο Αμερικανικός FDA δηλώνουν ότι η στέβια είναι ασφαλής, ενώ ορίζουν την αποδεκτή ημερήσια πρόσληψη στα 5.6 – 6.8 mg/kg σωματικού βάρους για ενήλικες. Δεν υπάρχουν ενδείξεις για τοξικότητα ή καρκινογόνο δράση, και δεν επηρεάζει αρνητικά την αναπαραγωγή ή την ορμονική ισορροπία.

Πλεονεκτήματα της στέβιας

  • Μηδενικές θερμίδες και υδατάνθρακες
  • Κατάλληλη για διαβητικούς
  • Σταθερή σε υψηλές θερμοκρασίες
  • Πλούσια σε φυτοχημικές ουσίες
  • Δεν προκαλεί τερηδόνα

Κοντινή φωτογραφία ενός φύλλου στέβιας που χειρίζεται γεωργός

Ασπαρτάμη: Ένα τεχνητό αλλά ελεγμένο γλυκαντικό

Η ασπαρτάμη είναι συνθετικό γλυκαντικό, γνωστό και ως Nutra-Sweet ή Canderel. Παράγεται από δύο αμινοξέα – την φαινυλαλανίνη και το ασπαρτικό οξύ – και είναι περίπου 200 φορές πιο γλυκιά από τη ζάχαρη, με περιορισμένες θερμίδες λόγω της μικρής ποσότητας που απαιτείται.

Η ασφάλειά της έχει επιβεβαιωθεί από περισσότερες από 200 μελέτες και υποστηρίζεται από διεθνείς οργανισμούς όπως ο FDA και η EFSA. Η αποδεκτή ημερήσια πρόσληψη έχει καθοριστεί στα 40 mg/kg για ενήλικες. Ωστόσο, δεν είναι κατάλληλη για άτομα με φαινυλκετονουρία (PKU), μια σπάνια κληρονομική πάθηση που δεν επιτρέπει τη σωστή μεταβολή της φαινυλαλανίνης.

Η ασπαρτάμη συχνά χρησιμοποιείται σε ροφήματα διαίτης, τσίχλες και τρόφιμα χωρίς ζάχαρη. Αν και δεν είναι ανθεκτική στη θέρμανση (διασπάται σε υψηλές θερμοκρασίες), παραμένει δημοφιλής λόγω της γεύσης και της διαθεσιμότητάς της.

Πλεονεκτήματα της ασπαρτάμης

  • Ισχυρή γλυκαντική δύναμη με ελάχιστες θερμίδες
  • Ευρεία χρήση σε τρόφιμα και ποτά
  • Δεν επηρεάζει σημαντικά τα επίπεδα σακχάρου
  • Κατάλληλη για διαβητικούς (εκτός από όσους έχουν PKU)

Σύγκριση και τελικές σκέψεις

Σε μια άμεση σύγκριση, η στέβια έχει τη «φυσική» υπεροχή της προέλευσης από φυτό, ενώ η ασπαρτάμη είναι αποτέλεσμα χημικής σύνθεσης. Η στέβια θεωρείται γενικά πιο ασφαλής, ειδικά σε περιπτώσεις όπως η φαινυλκετονουρία ή η χρήση στη μαγειρική. Επιπλέον, οι γλυκοζίτες στεβιόλης δεν αλλοιώνονται σε υψηλή θερμοκρασία, αντίθετα με την ασπαρτάμη.

Και τα δύο γλυκαντικά είναι κατάλληλα για διαβητικούς και δεν σχετίζονται με την αύξηση βάρους, εφόσον καταναλώνονται εντός των επιτρεπτών ορίων. Ωστόσο, η μακροχρόνια και υπερβολική χρήση τους δεν συνιστάται, καθώς η ισορροπημένη διατροφή παραμένει ο ακρογωνιαίος λίθος της υγείας.

Είναι σημαντικό να υπενθυμιστεί πως κανένα γλυκαντικό, φυσικό ή τεχνητό, δεν αποτελεί μαγική λύση. Η στέβια προσφέρει ένα ασφαλές και φυσικό υποκατάστατο της ζάχαρης, ιδανικό για όσους προσέχουν τη διατροφή τους, ενώ η ασπαρτάμη παραμένει αξιόπιστη επιλογή για συγκεκριμένες χρήσεις. Σε κάθε περίπτωση, η μετριοπάθεια και η προσωπική συμβουλή από ειδικούς υγείας είναι ο καλύτερος οδηγός στη χρήση τους.

ΕΠΙΣΗΜΑΝΘΗΚΕ: