Ο ύπνος στο μπαλκόνι ή την ταράτσα: Μια καλοκαιρινή ανάμνηση που οι νεότεροι δεν θα ζήσουν ποτέ

Τότε που τα κλιματιστικά ήταν άγνωστη λέξη, οι καύσωνες αντιμετωπίζονταν με στρώματα στο τσιμέντο, αντικουνουπικά φιδάκια και ένα ραδιοφωνάκι.

Από Λώρα Π.

Κάθε φορά που ο υδράργυρος σκαρφαλώνει στους 40 βαθμούς, το πρώτο πράγμα που κάνουμε σήμερα είναι να πιάσουμε το τηλεχειριστήριο του κλιματιστικού. Κλείνουμε ερμητικά τα παράθυρα, κατεβάζουμε τα παντζούρια και απομονωνόμαστε σε μια τεχνητή όαση δροσιάς. Για τις νεότερες γενιές, αυτή είναι η μοναδική, αυτονόητη λύση. Για όσους όμως μεγάλωσαν τις δεκαετίες του ’70, του ’80 και των αρχών του ’90, ο καύσωνας έφερνε μαζί του μια ιεροτελεστία που κανένα air condition δεν μπορεί να αντικαταστήσει: τον ύπνο στο μπαλκόνι ή στην ταράτσα.

Ήταν εκείνα τα καλοκαίρια που το τσιμέντο της πόλης έβραζε και τα σπίτια μετατρέπονταν σε φούρνους μόλις έπεφτε ο ήλιος. Οι ανεμιστήρες δεν έφταναν για όλους και συχνά το μόνο που έκαναν ήταν να ανακατεύουν τον καυτό αέρα. Τότε, η μόνη διέξοδος, το απόλυτο “καταφύγιο” δροσιάς, βρισκόταν έξω από την πόρτα του σπιτιού.

Η προετοιμασία: Το στρώμα, τα σεντόνια και το ραδιοφωνάκι

Η απόφαση παίρνονταν συνήθως μετά το βραδινό φαγητό. “Απόψε δεν παλεύεται μέσα, θα βγούμε έξω”, έλεγε ο πατέρας ή η μητέρα, και αμέσως ξεκινούσε η κινητοποίηση. Τα ελαφριά, αφρολέξ στρώματα –ή ακόμα και τα κανονικά στρώματα των κρεβατιών– σέρνονταν με κόπο στο μπαλκόνι, την αυλή ή, αν υπήρχε πρόσβαση, στην ανοιχτή ταράτσα. Από πάνω στρώνονταν εκείνα τα κλασικά, εμπριμέ ή ριγέ βαμβακερά σεντόνια που μοσχοβολούσαν καθαριότητα και πράσινο σαπούνι.

Παλιό ραδιοφωνάκι δίπλα στο στρώμα

Δεν ήταν όμως μόνο το κρεβάτι. Η “μετακόμιση” περιελάμβανε και τα απαραίτητα αξεσουάρ: ένα μεγάλο ποτήρι με παγωμένο νερό από το ψυγείο, το αντικουνουπικό φιδάκι να σιγοκαίει σε μια άκρη γεμίζοντας τον αέρα με την χαρακτηριστική του μυρωδιά, και φυσικά, ένα μικρό ραδιοφωνάκι με μπαταρίες. Εκείνο το ραδιόφωνο έπαιζε χαμηλόφωνα κάποια νυχτερινή εκπομπή με λαϊκά τραγούδια ή τις ειδήσεις των δώδεκα, λειτουργώντας ως το τέλειο νανούρισμα.

Οι ήχοι και οι εικόνες μιας αλλιώτικης νύχτας

Το να κοιμάσαι έξω ήταν μια εμπειρία που όξυνε όλες τις αισθήσεις. Ξαπλωμένος ανάσκελα, το βλέμμα σου δεν χτυπούσε στο ταβάνι, αλλά χανόταν στον ουρανό. Ακόμα και μέσα στην πόλη, μπορούσες να διακρίνεις μερικά αστέρια. Η γειτονιά ζούσε στους δικούς της, νυχτερινούς ρυθμούς. Άκουγες τα τζιτζίκια, τον ήχο από το πιάτο κάποιου γείτονα που έτρωγε αργά στο απέναντι μπαλκόνι, τα γέλια από το κοντινό θερινό σινεμά ή τον σιγανό θόρυβο από τα λιγοστά αυτοκίνητα που περνούσαν στο βάθος του δρόμου.

Υπήρχε μια απίστευτη αίσθηση ελευθερίας. Το βραδινό αεράκι, όταν τελικά αποφάσιζε να φυσήξει έστω και ελάχιστα, ήταν η μεγαλύτερη ευλογία. Και παρόλο που το στρώμα στο τσιμέντο ήταν σκληρό και η μέση ίσως πονούσε το πρωί, η εμπειρία αυτή έδενε την οικογένεια. Συχνά τα αδέρφια μοιράζονταν το ίδιο μεγάλο στρώμα, ψιθυρίζοντας μυστικά και λέγοντας ιστορίες μέχρι να τους πάρει ο ύπνος.

Το πρωινό ξύπνημα και το τέλος της εποχής

Ο ύπνος στην ταράτσα δεν είχε ποτέ ξυπνητήρι. Ξυπνούσες φυσικά, με το πρώτο φως της ημέρας. Ο ήλιος ξεπρόβαλε σιγά σιγά και άρχιζε να ζεσταίνει το σεντόνι, υπενθυμίζοντας ότι μια νέα, καυτή μέρα είχε μόλις ξεκινήσει. Τα πουλιά τιτίβιζαν, ο γαλατάς ή ο φούρναρης είχαν ήδη αρχίσει τα δρομολόγια, και εσύ μαζεύεις το στρώμα με τα μάτια μισόκλειστα, έτοιμος να επιστρέψεις στην πραγματικότητα του σπιτιού.

Το στρώμα το πρωί στο μπαλκόνι

Σήμερα, τα πράγματα έχουν αλλάξει. Ο φόβος της εγκληματικότητας, ο πολλαπλασιασμός των κουνουπιών, η αύξηση της θερμοκρασίας του τσιμέντου στις σύγχρονες μεγαλουπόλεις, αλλά κυρίως, η μαζική εγκατάσταση κλιματιστικών, έβαλαν τέλος σε αυτή την αγαπημένη συνήθεια. Τα μπαλκόνια μας γέμισαν με εξωτερικές μονάδες air condition που βγάζουν καυτό αέρα, κάνοντας την παραμονή έξω αδύνατη.

Όσοι όμως προλάβαμε να ζήσουμε αυτά τα καλοκαίρια, τα θυμόμαστε με ένα γλυκόπικρο χαμόγελο. Μπορεί να στερηθήκαμε τις ανέσεις της σημερινής τεχνολογίας, ίσως να ιδρώσαμε και να ταλαιπωρηθήκαμε λίγο παραπάνω, αλλά κερδίσαμε κάτι ανεκτίμητο: νύχτες γεμάτες αστέρια, ανθρώπινη επαφή και αναμνήσεις που καμία σύγχρονη συσκευή δεν μπορεί να μας προσφέρει.