Η πείνα δεν είναι απλώς ένα αίσθημα που προκύπτει από άδειο στομάχι, αλλά το αποτέλεσμα μιας πολύπλοκης επικοινωνίας μεταξύ εντέρου και εγκεφάλου. Μια νέα μελέτη που δημοσιεύτηκε στο Nature Neuroscience ρίχνει φως στους μοριακούς και νευροβιολογικούς μηχανισμούς που καθορίζουν γιατί και πότε τρώμε, φέρνοντας νέα δεδομένα στην αντιμετώπιση της παχυσαρκίας.
Ο ρόλος του εγκεφαλικού στελέχους στη ρύθμιση της όρεξης
Στο επίκεντρο της έρευνας βρίσκεται ο ουραίος πυρήνας της μονήρους οδού (γνωστός ως cNTS), ένα τμήμα του εγκεφαλικού στελέχους που λειτουργεί ως «κόμβος» ερμηνείας σημάτων από το πεπτικό σύστημα. Αν και η σημασία του cNTS είχε ήδη αναγνωριστεί, οι ερευνητές από το Κινεζικό Ινστιτούτο Έρευνας Εγκεφάλου κατάφεραν να αναδείξουν με ακρίβεια πώς συγκεκριμένοι υποτύποι νευρώνων μέσα σε αυτήν την περιοχή ρυθμίζουν τη διατροφική μας συμπεριφορά.
Η μελέτη πραγματοποιήθηκε σε 18 γενετικές γραμμές ποντικιών και επικεντρώθηκε σε εννέα διαφορετικούς τύπους νευρώνων. Μέσω τεχνικών γενετικής τροποποίησης, οι επιστήμονες «ενεργοποίησαν» ή «απενεργοποίησαν» επιλεκτικά συγκεκριμένα νευρωνικά κυκλώματα για να μελετήσουν τις αλλαγές στις διατροφικές συμπεριφορές των ζώων.
Δύο τύποι νευρώνων με διαφορετικούς ρόλους
Νευρώνες Th+: Η άμεση ανατροφοδότηση
Οι νευρώνες Th+, που εκφράζουν την υδροξυλάση της τυροσίνης, ανιχνεύουν μηχανικά ερεθίσματα από το πεπτικό σύστημα, όπως η διάταση του οισοφάγου κατά την κατάποση. Η ενεργοποίησή τους επιβραδύνει ή επιταχύνει την κατανάλωση φαγητού, ανάλογα με τις αισθήσεις που φτάνουν στον εγκέφαλο από κάθε μπουκιά.

Νευρώνες Gcg+: Μακροχρόνια ρύθμιση της πείνας
Από την άλλη, οι Gcg+ νευρώνες, που σχετίζονται με την παραγωγή του πεπτιδίου GLP-1, αξιολογούν τη θρεπτική αξία και το θερμιδικό περιεχόμενο της τροφής. Μέσω νευρικών οδών που καταλήγουν στην πυλαία φλέβα και στον νωτιαίο μυελό, επηρεάζουν μακροπρόθεσμα την αίσθηση κορεσμού και τις διατροφικές επιλογές.
Προεκτάσεις στην ιατρική και τη διατροφική θεραπεία
Η σημασία των ευρημάτων της έρευνας εκτείνεται πέρα από την καθαρή νευροεπιστήμη. Η διακριτή λειτουργία των Th+ και Gcg+ νευρώνων υποδηλώνει ότι η ρύθμιση της πείνας δεν είναι μονοδιάστατη. Υπάρχουν διαφορετικοί βρόχοι ελέγχου που επεξεργάζονται τόσο άμεσα όσο και μακροπρόθεσμα σήματα – μια γνώση που μπορεί να αξιοποιηθεί στην καταπολέμηση της παχυσαρκίας και άλλων διατροφικών διαταραχών.
Οι ερευνητές επισημαίνουν τη δυνατότητα ανάπτυξης νέων θεραπειών που στοχεύουν επιλεκτικά νευρωνικούς πληθυσμούς στο cNTS, με απώτερο σκοπό την ορθότερη ρύθμιση της πρόσληψης τροφής. Ειδικά στην περίπτωση ανθρώπων με διαταραγμένη αντίληψη πείνας ή μηχανισμούς υπερφαγίας, τέτοιες θεραπείες ίσως αποδειχθούν επαναστατικές.
Η μελέτη ανοίγει τον δρόμο για την καλύτερη κατανόηση του τρόπου με τον οποίο ο εγκέφαλος «ακούει» το σώμα και προσαρμόζει τη συμπεριφορά σίτισης. Καθώς νέες μελέτες προγραμματίζονται για τη χαρτογράφηση των διασυνδέσεων μεταξύ του cNTS και άλλων εγκεφαλικών περιοχών, η επιστημονική κοινότητα αισιοδοξεί για την ανάπτυξη καινοτόμων προσεγγίσεων που θα επηρεάσουν τόσο τη δημόσια υγεία όσο και την καθημερινή ζωή εκατομμυρίων ανθρώπων ανά τον κόσμο.



